Main menu

Αειφορία και ΑΠΕ

Η Αειφόρος Ενέργεια στην Ευρώπη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θέσπισε φιλόδοξους στόχους για τη διείσδυση μιας μη ρυπογόνου ενέργειας. Αρχικά πρόβλεψε ότι, τα κράτη μέλη πρέπει να επιτύχουν μέχρι το 2020, το στόχο της μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% και της τελικής κατανάλωσης ενέργειας κατά 20%, με την απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας, καθώς και τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών στο 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Το παραπάνω ποσοστό αυτό αυξήθηκε το 2013, στο 80%, με τον Οδικό Χάρτη για την Ενέργεια 2050. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι βρισκόμαστε σε μια πραγματική πολιτιστική επανάσταση, με άξονες την αειφόρο ανάπτυξη και την ενεργειακή κατανάλωση.

 

Το Μέλλον των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

Όπως είναι γνωστό, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε αντίθεση με τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια, που εξαντλούνται σε βάθος χρόνου, θεωρούνται ανεξάντλητες σε σχέση με την κατανάλωσή τους.

Υπολογίζεται ότι, η ενέργεια της ηλιακής ακτινοβολίας που φθάνει στη Γη σε ετήσια βάση είναι πάνω από 10.000 φορές περισσότερη από αυτή που καταναλίσκεται στη Γη κατά την ίδια περίοδο. Η μισή απορροφάται από την ξηρά και τη θάλασσα, το 3% από τους ανέμους, το 10% από τους φωτοσυνθετικούς κύκλους και το υπόλοιπο από τους υδρογεωλογικούς κύκλους. Οι ανανεώσιμες πηγές εκπροσωπούνται από την ηλιακή ενέργεια που φτάνει στη Γη, την αιολική ενέργεια, την υδραυλική ενέργεια, τη κυματική ενέργεια, τη βιομάζα και τη γεωθερμία.

Μετά από μια μακρά περίοδο που οι υποστηρικτές του μονόδρομου της χρήσης των ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας, προώθησαν θριαμβευτικές θέσεις για το κόστος και την αποδοτικότητα των αντίστοιχων μονάδων παραγωγής (χωρίς να υπολογίζουν τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία των ανθρώπων, αλλά και την επίδοση των μονάδων κάτω από 40%), σήμερα οι πολιτικές των διεθνών θεσμικών φορέων (με την ΕΕ στην πρωτοπορία) και οι συγκεκριμένες επιλογές των διαφόρων κρατών, δημιουργούν μια σημαντική τάση υπέρ των ανανεώσιμων πηγών, επειδή η έρευνα, ο πειραματισμός και η παραγωγή από τις νέες μονάδες, δείχνει ότι είναι πάντα πλεονεκτικός ο συνδυασμός χαμηλού κόστους, προηγμένης τεχνολογίας, ενεργειακής απόδοσης, ποιότητας περιβάλλοντος και προστασίας της υγείας των Πολιτών. 

Στην Ελλάδα, η απουσία ενός Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού και η σταθερή τήρησή του, προκάλεσε πολλές στρεβλώσεις στη σχετική αγορά, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ορθολογικής διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, οι λανθασμένες πολιτικές επιλογές οδήγησαν στην απαξίωσή τους  σε σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης. Η Πολιτεία οφείλει να επανεξετάσει ταχύτατα το ζήτημα και να προβεί στην εκπόνηση ενός ρεαλιστικού ενεργειακού σχεδιασμού, ικανού να ανταπεξέλθει, όχι μόνο στις ανάγκες των ενωσιακών απαιτήσεων του Οδικού Χάρτη 2050, αλλά και στη διαφύλαξη του Περιβάλλοντος και της Υγείας των Πολιτών.

 

Εμπόδια για τη διείσδυση των ΑΠΕ

Η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής είναι, εδώ και καιρό, μέσα στο σχεδιασμό της ΕΕ (και της Ελλάδας) για τη σύγκλιση των κρατών μελών με τους στόχους του Πρωτοκόλλου του Κιότο και την επίτευξη ενός ευρωπαϊκού στόχου μέχρι το 2050, για ενέργεια με καθόλου άνθρακα. Ωστόσο, αυτό που παρατηρείται στο ζήτημα των ΑΠΕ, αναφορικά με την καθυστέρηση της διείσδυσής τους στη Χώρα μας, μπορεί να συνοψισθεί σε τρεις κύριους λόγους.

Πρώτα, το ίδιο το δημόσιο, όπως εκφράζεται με τα μέτρα που λαμβάνονται από τους αρμόδιους υπουργούς, έχει “στοχοποιήσει” τις ΑΠΕ ως αποκλειστικά “ένοχες” και “υπεύθυνες” για το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού, από τον οποίο πληρώνονται, ενώ απ’ την άλλη έχει χορηγήσει μια σειρά από υπερβολικά ποσά στους ηλεκτροπαραγωγούς από συμβατική ενέργεια. Παράλληλα, το κράτος έχει επιβάλει στην παραγωγή ενέργειας (ήδη από το 2011) υπερβολική φορολογία, επιβαρύνοντας έτσι τη διακίνησή της και τους καταναλωτές.  Δεύτερο, ο τραπεζικός τομέας έχει αναστείλει (λόγω της γενικής αδυναμίας των τραπεζών να χορηγούν δάνεια) τη χρηματοδότηση των έργων ΑΠΕ, με αποτέλεσμα να έχει κυριολεκτικά “κολλήσει” η εγκατάσταση νέων μονάδων. Τρίτο, οι πρωτοβουλίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων να προσβάλλουν διαρκώς τις αποφάσεις έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων (κυρίως αυτές των αιολικών πάρκων) αποτελεί σημαντικό παράγοντα καθυστέρησης, με εμπλοκές των επενδυτών σε μακρόχρονες δικαστικές διαμάχες.

Με όλα τα ανωτέρω, φαντάζει αντιφατική η επιθυμία των διάφορων παραγόντων για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με καθαρή πρώτη ύλη, ενώ ταυτόχρονα πολεμούν με διάφορους τρόπους τις επενδύσεις σ’ αυτό τον τομέα. Εδώ που φθάσαμε, είναι καιρός να σοβαρευτούμε και να αποφεύγονται οι ακρότητες, τόσο του δημοσίου, όσο και των ιδιωτών με τη διαρκή ενοχοποίηση των ΑΠΕ. Στο κάτω-κάτω της γραφής, έχουμε όλοι ανάγκη από ενέργεια κι αυτή πρέπει κάπως να παράγεται. Δεν μπορεί να τα έχουμε όλα δικά μας, αφού όλα έχουν τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία. Στην περίπτωση των ΑΠΕ τα αρνητικά είναι ασφαλώς τα λιγότερα.

 

 

 

FacebookTwitterRSS