Main menu

Έξυπνη Πόλη - Έξυπνη Ενέργεια

Η Εξοικονόμηση Ενέργειας Συμφέρει

Οι δείκτες και οι στόχοι της Έξυπνης Ενέργειας είναι θεμελιώδεις για την «κατασκευή» μιας Έξυπνης Πόλης. Οι θεμελιώδεις στόχοι πάνω στους οποίους στηρίζεται μια τέτοια πρωτοβουλία είναι:

α) Βιομηχανική Περιοχή

Με την επιφύλαξη βασικών όρων, όπως η διαχείριση και ο συντονισμός που μπορεί να έχει ανατεθεί σε κάποιο φορέα με αρμοδιότητες οικολογικού συντονισμού με άμεση συμμετοχή των επιχειρήσεων, η ανάκτηση των μολυσμένων περιοχών, η ανάπλαση, η μετατροπή των παραγωγικών κύκλων, η μετατόπιση ή το κλείσιμο αυτών που δεν συνάδουν με την προστασία του περιβάλλοντος, υποστηρίζονται από προγράμματα που επιτρέπουν την ανάκτηση του ατμού και των λυμάτων, καθώς και την ενεργειακή αποδοτικότητα των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εν γένει.

Στη συνέχεια, πρέπει να μειωθεί η κατανάλωση και η μεταφορά των επικίνδυνων φορτίων, προωθώντας, σε κάθε περίπτωση, τη χρήση του σιδηροδρόμου μέσω διαδραστικών μεθόδων.

β) Λιμάνια

Ο τομέας τεχνολογίας των ανανεώσιμων πηγών, στοχεύει να συνδυάσει εργασία και πανεπιστημιακή έρευνα, να προωθήσει την παραγωγή και την τεχνική βοήθεια και να υλοποιήσει ένα θερμοδυναμικό σύστημα που θα μπορεί επίσης να:

α) παράσχει ηλεκτρική ενέργεια στις λιμενικές χρήσεις, ώστε να περιορισθεί και, τέλος, να παύσει η χρήση του πετρελαίου,

β) προωθήσει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο σιδηρόδρομο ή τα ηλεκτρικά και υβριδικά οχήματα, 

γ) προωθήσει την υποχρεωτική ενοποίηση των δημόσιων και ιδιωτικών μέσων μέσα στα λιμάνια.

Σε γενικές γραμμές, η ύπαρξη  των Έξυπνων Δικτύων πρόκειται να συνεισφέρει τα μέγιστα στον έλεγχο της προσφοράς και της ζήτησης και, ως εκ τούτου, στην εξοικονόμηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται, επίσης, να συνεισφέρει και στην αποταμίευση του νοικοκυριού και σε μια αναγκαία παιδεία ορθολογικής χρήσης της ενέργειας.

 

Τα Έξυπνα Δίκτυα

Ο συνδυασμός και η συνέργεια της επικοινωνίας και της πληροφορικής με τις παρεχόμενες υπηρεσίες του τομέα της ενέργειας, αποτέλεσαν και αποτελούν μια πραγματική επανάσταση. Στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, η διαδικασία αυτή έχει ήδη αρχίσει και προοδεύει με γρήγορους ρυθμούς. Τα έξυπνα δίκτυα δεν περιλαμβάνουν μόνο τους ηλεκτρονικούς μετρητές του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά γενικά τη χρήση των τεχνολογιών πληροφορικής, σε παράλληλη λειτουργία με τα ηλεκτρικά δίκτυα.

Η παραπάνω συνέργεια αποσκοπεί στη βελτίωση της ηλεκτρικής υποδομής, τη μείωση (έως ελαχιστοποίηση) του κόστους της παρεχόμενης υπηρεσίας για τον καταναλωτή, καθώς και τη διευκόλυνση της σύνδεσης νέων πηγών ενέργειας στα δίκτυα. Στο πλαίσιο αυτό, ο διαχειριστής του δικτύου μπορεί να ελέγχει την προσφορά και τη ζήτηση της ενέργειας, με προφανείς θετικές επιπτώσεις στο ηλεκτρικό σύστημα και το περιβάλλον.

Στη Χώρα μας, παρότι η σχετική συζήτηση έχει ανοίξει ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, καμιά σημαντική πρόοδος δεν έχει επιτευχθεί(εκτός από λίγες περιορισμένης κλίμακος, πρωτοβουλίες), ενώ καθώς μας πρόλαβε η οικονομική κρίση του 2010, δεν φαίνεται να υπάρχουν τα κονδύλια στον αρμόδιο διαχειριστή για να ξεκινήσει η υλοποίηση του τόσο αναγκαίου και χρήσιμου αυτού προγράμματος.

Μόλις τελευταία, η ΔΕΗ εξήγγειλε την έναρξη της εφαρμογής ενός προγράμματος τοποθέτησης περιορισμένου αριθμού ηλεκτρονικών μετρητών κατανάλωσης. Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή δεν είναι προφανώς αρκετή για την υλοποίηση ενός τόσο σημαντικού έργου. Έτσι, οι αρμόδιοι, εκτιμώντας την άμεση χρησιμότητα ενός τέτοιου σχεδιασμού, αλλά και την οικονομική αδυναμία πλήρους υλοποίησής του από πλευράς των δημοσίων φορέων, θα πρέπει άμεσα να σκεφτούν και να προγραμματίσουν τη συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να ευοδωθεί ο στόχος αυτός.

 

 

 

Αειφορία και ΑΠΕ

Η Αειφόρος Ενέργεια στην Ευρώπη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θέσπισε φιλόδοξους στόχους για τη διείσδυση μιας μη ρυπογόνου ενέργειας. Αρχικά πρόβλεψε ότι, τα κράτη μέλη πρέπει να επιτύχουν μέχρι το 2020, το στόχο της μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% και της τελικής κατανάλωσης ενέργειας κατά 20%, με την απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας, καθώς και τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών στο 20% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Το παραπάνω ποσοστό αυτό αυξήθηκε το 2013, στο 80%, με τον Οδικό Χάρτη για την Ενέργεια 2050. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι βρισκόμαστε σε μια πραγματική πολιτιστική επανάσταση, με άξονες την αειφόρο ανάπτυξη και την ενεργειακή κατανάλωση.

 

Το Μέλλον των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

Όπως είναι γνωστό, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε αντίθεση με τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια, που εξαντλούνται σε βάθος χρόνου, θεωρούνται ανεξάντλητες σε σχέση με την κατανάλωσή τους.

Υπολογίζεται ότι, η ενέργεια της ηλιακής ακτινοβολίας που φθάνει στη Γη σε ετήσια βάση είναι πάνω από 10.000 φορές περισσότερη από αυτή που καταναλίσκεται στη Γη κατά την ίδια περίοδο. Η μισή απορροφάται από την ξηρά και τη θάλασσα, το 3% από τους ανέμους, το 10% από τους φωτοσυνθετικούς κύκλους και το υπόλοιπο από τους υδρογεωλογικούς κύκλους. Οι ανανεώσιμες πηγές εκπροσωπούνται από την ηλιακή ενέργεια που φτάνει στη Γη, την αιολική ενέργεια, την υδραυλική ενέργεια, τη κυματική ενέργεια, τη βιομάζα και τη γεωθερμία.

Μετά από μια μακρά περίοδο που οι υποστηρικτές του μονόδρομου της χρήσης των ορυκτών καυσίμων και της πυρηνικής ενέργειας, προώθησαν θριαμβευτικές θέσεις για το κόστος και την αποδοτικότητα των αντίστοιχων μονάδων παραγωγής (χωρίς να υπολογίζουν τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία των ανθρώπων, αλλά και την επίδοση των μονάδων κάτω από 40%), σήμερα οι πολιτικές των διεθνών θεσμικών φορέων (με την ΕΕ στην πρωτοπορία) και οι συγκεκριμένες επιλογές των διαφόρων κρατών, δημιουργούν μια σημαντική τάση υπέρ των ανανεώσιμων πηγών, επειδή η έρευνα, ο πειραματισμός και η παραγωγή από τις νέες μονάδες, δείχνει ότι είναι πάντα πλεονεκτικός ο συνδυασμός χαμηλού κόστους, προηγμένης τεχνολογίας, ενεργειακής απόδοσης, ποιότητας περιβάλλοντος και προστασίας της υγείας των Πολιτών. 

Στην Ελλάδα, η απουσία ενός Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού και η σταθερή τήρησή του, προκάλεσε πολλές στρεβλώσεις στη σχετική αγορά, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ορθολογικής διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, οι λανθασμένες πολιτικές επιλογές οδήγησαν στην απαξίωσή τους  σε σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης. Η Πολιτεία οφείλει να επανεξετάσει ταχύτατα το ζήτημα και να προβεί στην εκπόνηση ενός ρεαλιστικού ενεργειακού σχεδιασμού, ικανού να ανταπεξέλθει, όχι μόνο στις ανάγκες των ενωσιακών απαιτήσεων του Οδικού Χάρτη 2050, αλλά και στη διαφύλαξη του Περιβάλλοντος και της Υγείας των Πολιτών.

 

Εμπόδια για τη διείσδυση των ΑΠΕ

Η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής είναι, εδώ και καιρό, μέσα στο σχεδιασμό της ΕΕ (και της Ελλάδας) για τη σύγκλιση των κρατών μελών με τους στόχους του Πρωτοκόλλου του Κιότο και την επίτευξη ενός ευρωπαϊκού στόχου μέχρι το 2050, για ενέργεια με καθόλου άνθρακα. Ωστόσο, αυτό που παρατηρείται στο ζήτημα των ΑΠΕ, αναφορικά με την καθυστέρηση της διείσδυσής τους στη Χώρα μας, μπορεί να συνοψισθεί σε τρεις κύριους λόγους.

Πρώτα, το ίδιο το δημόσιο, όπως εκφράζεται με τα μέτρα που λαμβάνονται από τους αρμόδιους υπουργούς, έχει “στοχοποιήσει” τις ΑΠΕ ως αποκλειστικά “ένοχες” και “υπεύθυνες” για το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού, από τον οποίο πληρώνονται, ενώ απ’ την άλλη έχει χορηγήσει μια σειρά από υπερβολικά ποσά στους ηλεκτροπαραγωγούς από συμβατική ενέργεια. Παράλληλα, το κράτος έχει επιβάλει στην παραγωγή ενέργειας (ήδη από το 2011) υπερβολική φορολογία, επιβαρύνοντας έτσι τη διακίνησή της και τους καταναλωτές.  Δεύτερο, ο τραπεζικός τομέας έχει αναστείλει (λόγω της γενικής αδυναμίας των τραπεζών να χορηγούν δάνεια) τη χρηματοδότηση των έργων ΑΠΕ, με αποτέλεσμα να έχει κυριολεκτικά “κολλήσει” η εγκατάσταση νέων μονάδων. Τρίτο, οι πρωτοβουλίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων να προσβάλλουν διαρκώς τις αποφάσεις έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων (κυρίως αυτές των αιολικών πάρκων) αποτελεί σημαντικό παράγοντα καθυστέρησης, με εμπλοκές των επενδυτών σε μακρόχρονες δικαστικές διαμάχες.

Με όλα τα ανωτέρω, φαντάζει αντιφατική η επιθυμία των διάφορων παραγόντων για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με καθαρή πρώτη ύλη, ενώ ταυτόχρονα πολεμούν με διάφορους τρόπους τις επενδύσεις σ’ αυτό τον τομέα. Εδώ που φθάσαμε, είναι καιρός να σοβαρευτούμε και να αποφεύγονται οι ακρότητες, τόσο του δημοσίου, όσο και των ιδιωτών με τη διαρκή ενοχοποίηση των ΑΠΕ. Στο κάτω-κάτω της γραφής, έχουμε όλοι ανάγκη από ενέργεια κι αυτή πρέπει κάπως να παράγεται. Δεν μπορεί να τα έχουμε όλα δικά μας, αφού όλα έχουν τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία. Στην περίπτωση των ΑΠΕ τα αρνητικά είναι ασφαλώς τα λιγότερα.

 

 

 

Αειφόρος Ανάπτυξη

«Δανειστήκαμε τη γη από τους απογόνους μας»

Αυτή η σοφή ρήση των Ινδιάνων της Αμερικής θα μπορούσε να οριοθετήσει τη σχέση του ανθρώπου με τα οικοσυστήματα, το σεβασμό προς τη φύση και τις λοιπές υπάρξεις πάνω στον πλανήτη.

Η ιδέα του περιορισμού της χρήσης των φυσικών πηγών δεν ήταν πάντα στην ατζέντα της πολιτικής των πλούσιων κρατών κι η χρήση (υπερ-εκμετάλλευση) των αναλώσιμων και ρυπογόνων ενεργειακών πηγών (πετρέλαιο, άνθρακας, φυσικό αέριο) ήταν, υπό αυτή την έννοια, χαρακτηριστική. Μπροστά σε μια παράλογη ανάπτυξη τσιμεντοποίησης, βιομηχανοποίησης, οδικών μεταφορών και παραγωγής ενέργειας από συμβατικές πηγές, η Γη έδειξε, σιγά-σιγά, σοβαρά σημεία αδυναμίας να αυτορρυθμιστεί, για να «συνέλθει» από την κακοποίηση που υπέστη και υφίσταται από τον άνθρωπο, από τους ρύπους, τις παθογόνους και τις καρκινογόνους αιτίες και τα συνακόλουθα ακραία φαινόμενα κλιματικών μεταλλάξεων (από την ερημοποίηση ως τις καταστροφικές πλημμύρες). Πρέπει να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, η αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας  στον πλανήτη τα τελευταία 25 χρόνια, αύξηση που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην εκπομπή των αερίων του θερμοκηπίου (32% περισσότερο) κατά την καύση των ορυκτών καυσίμων.

Το 1987, η τελική έκθεση της Επιτροπής Brundtland, καθόρισε την έννοια της αειφόρου ανάπτυξης, ακολουθώντας κατά κάποιο τρόπο την παραπάνω ινδιάνικη ρήση. Έτσι, ως αειφόρος ανάπτυξη θεωρήθηκε η ανάπτυξη που είναι απολύτως αναγκαία για μια ορθολογική χρήση των πηγών και εγγυάται τις ισορροπημένες ανάγκες των μελλοντικών γενεών. Δείκτες αναφοράς της αειφορίας είναι οι χρήσεις ή μη, των σχετικών πηγών ενέργειας κι η ατμοσφαιρική μόλυνση, προβλέποντας την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ενέργεια ίση προς αυτή που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές .

Στη σύνοδο του Rio de Janeiro (1992) λήφθηκαν αποφάσεις που οδήγησαν στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κυότο  (1997). Το Πρωτόκολλο επικυρώθηκε στην Ελλάδα με τον ν. 3017/ 2002.

 

 

 

Το Μέλλον της Ενέργειας

Μια συνοπτική Έκθεση-Μήνυμα πάνω στις αρχές και τις νέες προκλήσεις για το μέλλον της ενέργειας στην Ευρώπη και ιδίως στην Ιταλία και στην Ελλάδα.

Read more: Το Μέλλον της Ενέργειας

FacebookTwitterRSS