Main menu

Άμεση προτεραιότητα η ίδρυση Κεντρικής Αρχής Διαχείρισης Υδάτινων Πόρων

Το νερό αποτελεί ύψιστο κοινωνικό αγαθό. Είναι αναγκαίο για τη ζωή του Ανθρώπου, συνιστά πολιτισμικό δείκτη και όλοι οι Άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην πρόσβασή του. Δεν είναι τυχαίο ότι πόλεμοι έχουν διεξαχθεί με αιτία το νερό, καθόλη την ανθρώπινη ιστορία. Το νερό δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες ή τις μεταφορές. Δεν μπορεί να παραχθεί με ανθρώπινη ενέργεια. Με άλλα λόγια, η πρόσβαση στο νερό αποτελεί ένα φυσικό, παγκόσμιο ανθρώπινο δικαίωμα. Υπό την έννοια αυτή, η διαχείριση του νερού δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικοποίησης, αφού από τη φύση του, το αγαθό αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει με κανόνες αγοράς, ήτοι στο πλαίσιο ανταγωνισμού. Είναι γεγονός ότι, στη Χώρα μας γίνεται σπατάλη στο νερό με την ανεξέλεγκτη κατανάλωσή του, για διάφορους σκοπούς. Είναι προφανές ότι το ζήτημα της υπεύθυνης κατανάλωσης πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα, επειδή οι περίοδοι ανομβρίας θα είναι όλο και πιο συχνές στον πλανήτη μας και ιδιαίτερα στην περιοχή μας. 

Κατά συνέπεια, η Πολιτεία οφείλει να λάβει άμεσα τα αναγκαία μέτρα για μια κεντρική οργάνωση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Αυτό θα σταματήσει την κατασπατάληση των πολύτιμων υδάτινων πόρων της Χώρας, θα εξορθολογίσει τον τρόπο χρήσης του και γενικά θα διασφαλιστεί η επάρκεια του υπέρτατου αυτού αγαθού. Στο πλαίσιο των εξουσιών μιας τέτοιας ανεξάρτητης αρχής πρέπει να είναι και ο έλεγχος της συμπεριφοράς των αποκεντρωμένων διοικήσεων του Κράτους, ώστε να μπει οριστικό τέλος στην αταξία της κατανάλωσης. Απ’ την άλλη, η τιμολόγηση του νερού θα πρέπει να αντανακλά το κόστος του, πλέον ενός εύλογου μικρού, στοιχειώδους κέρδους που θα επιτρέπει στην παραπάνω διαχειριστική αρχή των υδάτινων πόρων να προβαίνει στις αναγκαίες επενδύσεις.

Κάθε απόπειρα να εισαχθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία στον τομέα των υδάτινων πόρων, απαιτεί μια πολύ σκληρή ρυθμιστική πολιτική, με αποτέλεσμα να είναι μάλλον αδύνατο να υπάρξει ιδιώτης που θα επενδύσει, χωρίς να ζητήσει μεγάλες αυξήσεις σ΄ ένα αγαθό που, όπως εκτέθηκε, είναι κοινωνικό και σαν τέτοιο πρέπει να πωλείται σε προσιτή τιμή για όλους τους Καταναλωτές.

 

Ενεργειακή πολιτική, χωρίς σχεδιασμό;

Εξαιρετικά ενδιαφέρον φαίνεται το περιεχόμενο της ετήσιας έκθεσης της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας (ΙΕΑ, Word Energy Outlook 2012, βλ. http://www.worldenergyoutlook.org.), κυρίως όσον αφορά στις προβλέψεις της για το διεθνές ενεργειακό τοπίο, την επόμενη δεκαετία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση προβλέπεται ότι, οι ΗΠΑ θα καταστούν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και το Ιράκ θα εξελιχθεί στο δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα αργού πετρελαίου, υποσκελίζοντας τη Ρωσία σ’ αυτή την αγορά. Στην Ευρώπη, προβλέπεται μείωση της χρήσης του άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με ταυτόχρονη αύξηση της διείσδυσης και χρήσης του φυσικού αερίου και των ανανεώσιμων πηγών, παρά το γεγονός ότι στον υπόλοιπο, αναπτυσσόμενο κυρίως, κόσμο θα αυξηθεί η ζήτηση των ορυκτών καυσίμων. Η τιμή του πετρελαίου θα φθάσει τα 125 δολάρια το βαρέλι, με αντίστοιχη αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με την έκθεση, η μέση θερμοκρασία στον πλανήτη προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,6°C, ήτοι δυο φορές περίπου πάνω από την κρίσιμη αύξηση των 2°C.

Κατά την εκτίμηση των συντακτών της έκθεσης, αποτέλεσμα των πιο πάνω διεθνών ανακατατάξεων θα είναι ο πενταπλασιασμός της τιμής του φυσικού αερίου, κάτι που θα έχει άμεση αρνητική επίπτωση στη βιομηχανική παραγωγή και συνεπώς στην εύθραυστη ανταγωνιστικότητα των χωρών που δεν διαθέτουν πρώτες ενεργειακές ύλες, ενώ πρέπει να αναμένονται με βεβαιότητα αυξήσεις της τάξης του 50% στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στον τελικό καταναλωτή (Συνέντευξη του Fatih Birol, επικεφαλής οικονομολόγου της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας στο ιταλικό περιοδικό L’Espresso, 20-12-2012, σ. 160-61).

Οι ανωτέρω επισημάνσεις έχουν ιδιαίτερη αξία για το Μακροχρόνιο Ενεργειακό Σχεδιασμό της Χώρας που, παρότι προβλέπεται από τη νομοθεσία μας, εντούτοις η έναρξη της εκπόνησής του έχει καθυστερήσει κατά δύο περίπου χρόνια. Είναι λάθος η άποψη ότι, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε περιττή πολυτέλεια μπροστά σε μια οικονομία που αγωνίζεται να αναταχθεί, – μια αγορά ενέργειας που βρίσκεται στο στάδιο της κατάρρευσης, – ενώ η Πολιτεία συνεχίζει να λαμβάνει αποσπασματικά και αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας μέτρα προς συγκεκριμένη μόνο κατεύθυνση (αυτή των ΑΠΕ). Είναι χαρακτηριστικό ότι, τους τελευταίους 10 μήνες, έχουν ληφθεί τρεις δυσμενείς για τις ΑΠΕ δέσμες μέτρων που με δυσκολία μπορεί να χαρακτηρισθούν απολύτως αναγκαίες.  

Και το ερώτημα είναι σαφές: Έχει ήδη αποφασισθεί η αλλαγή του μίγματος καυσίμου για την ηλεκτροπαραγωγή; Επιστρέφουμε σε ρυπαρές τεχνολογίες των πολύ περασμένων δεκαετιών, κόντρα στην ευρωπαϊκή πολιτική για περισσότερη διείσδυση των ΑΠΕ; Τελικά, μήπως έχουμε παρερμηνεύσει την έννοια «φθηνή» ενέργεια, με την «ρυπαρή» ενέργεια;

 

Προς ένα Νέο Οικονομικό Μοντέλο Ανάπτυξης

Η Ανάπτυξη, ως προς το περιεχόμενο ή κάποιο σχέδιο οργανωμένης δράσης, δεν έχει αποσαφηνιστεί. Εκκωφαντική ηχεί η σιωπή της Πολιτείας που οφείλει, παρά τις δυσχερείς οικονομικές συνθήκες και παρά το γεγονός πως δεν ζούμε σε ένα οικονομικό περιβάλλον κεντρικά σχεδιαζόμενης οικονομίας, να:

  • να χαράξει τις αναγκαίες κατευθυντήριες γραμμές,
  • να «ευνοήσει» με όσα νόμιμα οικονομικά εργαλεία διαθέτει, ορισμένες δράσεις που, με βεβαιότητα, θα παράξουν εθνικό πλούτο, θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα ανακουφίσουν το περιβάλλον από ρυπογόνες επιβαρύνσεις.

Ορισμένοι Πολίτες έχουν, ήδη, από μόνοι τους στραφεί προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει η τάση αυτή να γενικευθεί και να προσλάβει το χαρακτήρα ενός Νέου Οικονομικού Μοντέλου Ανάπτυξης. Ενός Οράματος Ανάπτυξης. Του νέου οράματος της μεταμνημονιακής εποχής που πρέπει να έλθει το ταχύτερο.

Περιβάλλον και Ανάπτυξη

Για χρόνια κυριαρχούσε η θέση πως ανάπτυξη και περιβάλλον βρίσκονται σε σύγκρουση ∙ άποψη, στην οποία συνέβαλαν ακραίες δράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων και κινημάτων. Ωστόσο, λόγω της οργανωμένης πια νομικής θωράκισης της προστασίας του περιβάλλοντος – ακόμα και σε συνταγματικό επίπεδο – η «ειρηνική» και γόνιμη αλληλεπίδραση ανάπτυξης και περιβάλλοντος αναδεικνύεται πλέον, ως ο μοναδικός δρόμος προς την έξοδο από την πολυδιάστατη κρίση που διανύει η χώρα.

Λέμε, λοιπόν, ξεκάθαρα:

  • Ένα βροντερό ΝΑΙ σε μια Ανάπτυξη με δράσεις φιλικές και συμβατές προς το περιβάλλον,
  • Ένα ισχυρό ΟΧΙ στη θυσία του φυσικού και ανθρωπογενούς χώρου που μας περιβάλλει για χάρη πρόσκαιρων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που δε θα ωφελήσουν σε βάθος χρόνου την εθνική οικονομία, καθώς δεν οδηγούν στην παραγωγή ενός μακροχρόνιου εθνικού πλούτου, με σταθερές θέσεις εργασίας.

FacebookTwitterRSS