Main menu

Περί της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Τρόϊκα!

Η γερμανική σχολή έχει συνεισφέρει σημαντικά στη διαμόρφωση της νομικής σκέψης στην Ευρώπη, κατά τους τελευταίους τουλάχιστον δυο αιώνες. Ωστόσο, φαίνεται ότι, η γερμανική νομική θετικιστική αυστηρότητα αρχίζει να επιδρά και στη λήψη ή τη δικαιολόγηση των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης δημοσιονομικής πειθαρχίας στα «άτακτα» κράτη μέλη της ΕΕ.

Αλλιώς, δεν εξηγείται η διατυπωθείσα άποψη εκ μέρους Γερμανού κυβερνητικού παράγοντα ότι, οι θέσεις και αποφάσεις της Τρόϊκα, έχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση». Είναι προφανές ότι, οι Γερμανοί έχουν κάπου χαθεί, ανάμεσα στην εφαρμογή κάποιων κανόνων δικαίου και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί (ή πρέπει να λειτουργεί) ένας υπερεθνικός οργανισμός, όπως η ΕΕ. Είναι πρόδηλο ότι, η ΕΕ εκτός από οργανισμός είναι ταυτόχρονα και ένας θεσμός. Ένας πολιτικός, πολιτιστικός και οικονομικός δεσμός που συνδέει 27 κράτη της Ευρώπης, κάτω από ορισμένους κανόνες, θεματοφύλακας των οποίων είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και όχι προφανώς οι εκπρόσωποι της γερμανικής καγκελαρίας.

Η ΕΕ λειτουργεί ως συνιστώσα εθνών και λαών και μέχρι προ τίνος έχει σημαντικά συνεισφέρει στην επίτευξη της τόσο ποθούμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μέχρι τη στιγμή (πριν λίγα χρόνια) που η γερμανική ηγεμονία έχει αναστείλει την προσπάθεια αυτή. Με απλά λόγια, αν ζούσε σήμερα ο Αντενάουερ, ούτε θα μπορούσε να φανταστεί αυτό που οι συμπατριώτες του καθημερινά επιδιώκουν. Τη διαίρεση της Ευρώπης.

Από τα λίγα που μπορούμε να καταλάβουμε, η τεκμηρίωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης προέρχεται από τη δημοκρατική διαδικασία και στην περίπτωση της δημοκρατικής διακυβέρνησης (που διέπει το σύνολο των θεσμών και λειτουργιών της ΕΕ), η νομιμοποίηση αυτή προέρχεται από την άμεση ή έμμεση έγκριση του/των λαού/ων. Η Τρόϊκα μπορεί να εισηγείται και δήθεν οι αποφάσεις να λαμβάνονται από το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ, ωστόσο, ούτε το τελευταίο μπορεί να θεωρηθεί ότι τυγχάνει δημοκρατικής νομιμοποίησης να μεταβάλει σε επαίτη και να προκαλεί δυστυχία σ’ ένα ολόκληρο λαό που κατοικεί εντός της ενωσιακής επικράτειας. Η άποψη αυτή, μόνο ειρωνεία μπορεί να προκαλέσει, αφού τελευταία, οι αποφάσεις στα συμβούλια αυτά υπαγορεύονται από τη γερμανική ηγεμονία.

Δυστυχώς, στην ΕΕ λείπει αυτή τη στιγμή η ισορροπία. Μια ισορροπία που θα μπορέσει να αντιρροπήσει τη γερμανική μονοπωλιακή παρέμβαση που έχει προκαλέσει σε σημαντικό τμήμα των Ευρωπαίων Πολιτών, έντονο ευρωσκεπτικισμό. Λείπει η συγκροτημένη άλλη άποψη, απέναντι στην αποτυχημένη συνταγή της απόλυτης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το κακό στην προκείμενη περίπτωση είναι, ότι χάρις στην πολιτική αυτή το γερμανικό κράτος και οι τράπεζές του (όχι οι Πολίτες του), μια δηλαδή γερμανική ολιγαρχία, ευημερούν και οι μισοί ευρωπαϊκοί λαοί (δηλαδή οι πρώην καταναλωτές των γερμανικών προϊόντων) δυστυχούν.

Κατά τάλλα, είναι τουλάχιστον ατυχές να διατυπώνονται νομικές θεωρίες περί δημοκρατικής νομιμοποίησης της Τρόϊκα που μόνο θυμηδία προκαλούν.

Περί της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Τρόϊκα!

Η γερμανική σχολή έχει συνεισφέρει σημαντικά στη διαμόρφωση της νομικής σκέψης στην Ευρώπη, κατά τους τελευταίους τουλάχιστον δυο αιώνες. Ωστόσο, φαίνεται ότι, η γερμανική νομική θετικιστική αυστηρότητα αρχίζει να επιδρά και στη λήψη ή τη δικαιολόγηση των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης δημοσιονομικής πειθαρχίας στα «άτακτα» κράτη μέλη της ΕΕ.

Αλλιώς, δεν εξηγείται η διατυπωθείσα άποψη εκ μέρους Γερμανού κυβερνητικού παράγοντα ότι, οι θέσεις και αποφάσεις της Τρόϊκα, έχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση». Είναι προφανές ότι, οι Γερμανοί έχουν κάπου χαθεί, ανάμεσα στην εφαρμογή κάποιων κανόνων δικαίου και του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί (ή πρέπει να λειτουργεί) ένας υπερεθνικός οργανισμός, όπως η ΕΕ. Είναι πρόδηλο ότι, η ΕΕ εκτός από οργανισμός είναι ταυτόχρονα και ένας θεσμός. Ένας πολιτικός, πολιτιστικός και οικονομικός δεσμός που συνδέει 27 κράτη της Ευρώπης, κάτω από ορισμένους κανόνες, θεματοφύλακας των οποίων είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και όχι προφανώς οι εκπρόσωποι της γερμανικής καγκελαρίας.

Η ΕΕ λειτουργεί ως συνιστώσα εθνών και λαών και μέχρι προ τίνος έχει σημαντικά συνεισφέρει στην επίτευξη της τόσο ποθούμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μέχρι τη στιγμή (πριν λίγα χρόνια) που η γερμανική ηγεμονία έχει αναστείλει την προσπάθεια αυτή. Με απλά λόγια, αν ζούσε σήμερα ο Αντενάουερ, ούτε θα μπορούσε να φανταστεί αυτό που οι συμπατριώτες του καθημερινά επιδιώκουν. Τη διαίρεση της Ευρώπης.

Από τα λίγα που μπορούμε να καταλάβουμε, η τεκμηρίωση της δημοκρατικής νομιμοποίησης προέρχεται από τη δημοκρατική διαδικασία και στην περίπτωση της δημοκρατικής διακυβέρνησης (που διέπει το σύνολο των θεσμών και λειτουργιών της ΕΕ), η νομιμοποίηση αυτή προέρχεται από την άμεση ή έμμεση έγκριση του/των λαού/ων. Η Τρόϊκα μπορεί να εισηγείται και δήθεν οι αποφάσεις να λαμβάνονται από το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ, ωστόσο, ούτε το τελευταίο μπορεί να θεωρηθεί ότι τυγχάνει δημοκρατικής νομιμοποίησης να μεταβάλει σε επαίτη και να προκαλεί δυστυχία σ’ ένα ολόκληρο λαό που κατοικεί εντός της ενωσιακής επικράτειας. Η άποψη αυτή, μόνο ειρωνεία μπορεί να προκαλέσει, αφού τελευταία, οι αποφάσεις στα συμβούλια αυτά υπαγορεύονται από τη γερμανική ηγεμονία.

Δυστυχώς, στην ΕΕ λείπει αυτή τη στιγμή η ισορροπία. Μια ισορροπία που θα μπορέσει να αντιρροπήσει τη γερμανική μονοπωλιακή παρέμβαση που έχει προκαλέσει σε σημαντικό τμήμα των Ευρωπαίων Πολιτών, έντονο ευρωσκεπτικισμό. Λείπει η συγκροτημένη άλλη άποψη, απέναντι στην αποτυχημένη συνταγή της απόλυτης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το κακό στην προκείμενη περίπτωση είναι, ότι χάρις στην πολιτική αυτή το γερμανικό κράτος και οι τράπεζές του (όχι οι Πολίτες του), μια δηλαδή γερμανική ολιγαρχία, ευημερούν και οι μισοί ευρωπαϊκοί λαοί (δηλαδή οι πρώην καταναλωτές των γερμανικών προϊόντων) δυστυχούν.

Κατά τάλλα, είναι τουλάχιστον ατυχές να διατυπώνονται νομικές θεωρίες περί δημοκρατικής νομιμοποίησης της Τρόϊκα που μόνο θυμηδία προκαλούν.

Ευρώπη 2014: Ώρα για πραγματικές αλλαγές

Από την πρωτοχρονιά του επόμενου χρόνου και για ένα εξάμηνο, η Χώρα μας θα αναλάβει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προεδρία αυτή θα προηγηθεί των εκλογών για την ανάδειξη των νέων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Είναι προφανές ότι, όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και τα περισσότερα κράτη μέλη, δεν είναι πλέον σε θέση να υλοποιήσουν μια συγκεκριμένη δική τους προεδρική ατζέντα, όπως είχαν την ευκαιρία να το πράξουν τα προηγούμενα χρόνια. Τα ζητήματα που θα τεθούν, είτε θα είναι περιορισμένα με συνέπεια να είναι αδύνατο να προωθηθούν και να υλοποιηθούν στα στενά χρονικά όρια του εξαμήνου, είτε θα υπαγορευτούν από τα ισχυρά κράτη, ως έναρξη μιας εξαιρετικά χρονοβόρας διαδικασίας.

Ωστόσο, η οικονομική κρίση που, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, επηρεάζει πλέον άμεσα ή έμμεσα τις οικονομίες και τις κοινωνίες των περισσότερων, αν όχι όλων, των κρατών μελών θα μπορούσε να αποτελέσει την ευκαιρία ανάταξης της ενωμένης Ευρώπης, ιδίως την ώρα που βλασταίνει ολοένα και δυνατότερη η ιδέα του ευρωσκεπτικισμού που από ό,τι φαίνεται θα αποτυπωθεί έντονα αυτή τη φορά, στο ευρωεκλογικό αποτέλεσμα.

Απέναντι στην αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ιδέας, οι πολιτικές δυνάμεις που επιμένουν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οφείλουν να κινηθούν, όχι με ανούσιους βερμπαλισμούς και αναποτελεσματικούς πολιτικούς αφορισμούς, αλλά με αυτογνωσία και αυτοκριτική, για να δώσουν μια νέα πνοή στο ευρωπαϊκό όραμα που φαίνεται να ξεθωριάζει στη συνείδηση των λαών. Κατ’ αρχάς, οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα πρέπει να σταματήσουν να απευθύνουν διαρκείς και αυστηρές νουθεσίες στις εθνικές κυβερνήσεις και να αρχίσουν να διαχειρίζονται πιο υπεύθυνα τα του οίκου τους! Λίγη μετριοπάθεια δεν βλάπτει.

Η γραφειοκρατία των υπηρεσιών της Επιτροπής, έρχεται σε αντίθεση προς το πνεύμα των καιρών που απαιτεί μια ευέλικτη και ταχεία λήψη αποφάσεων, ενώ δεν είναι λίγες οι φωνές στην Ευρώπη που καταγγέλλουν ότι, μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα έχουν από χρόνια δημιουργήσει «λομπίστικες» υποδομές με σκοπό την προστασία ή την προώθηση των δικών τους υποθέσεων. Είναι ολοφάνερο ότι, η αντίληψη αυτή προκαλεί στους Ευρωπαίους Πολίτες καχυποψία και γεννά εύλογες αμφιβολίες για την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα των αποφάσεων των θεσμικών οργάνων της ενωμένης Ευρώπης. Συνεπώς, η αναδιοργάνωση και αναδιάταξη προσώπων και υπηρεσιών, θα πρέπει να αναχθεί σε άμεση προτεραιότητα, τόσο της προεδρίας, όσο και των νέων πολιτικών δυνάμεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το επόμενο ζήτημα είναι τα προκλητικά οικονομικά προνόμια που απολαμβάνουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής και οι ευρωβουλευτές. Και οι δυο κατηγορίες διορίζονται, έχουν δηλαδή δοτή προέλευση. Οι υπάλληλοι προσλαμβάνονται από την Επιτροπή και οι βουλευτές ουσιαστικώς ορίζονται από τα εθνικά κόμματα. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και με δεδομένη τη λιτότητα που πρακτικά προκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως η μόνη διέξοδος από την κρίση, τα διορισμένα αυτά πρόσωπα δεν δικαιούνται να απολαμβάνουν τέτοιων οικονομικών απολαβών. Η συγκυρία να είναι κάποιος υπάλληλος της Επιτροπής ή ευρωβουλευτής, δεν μπορεί να του διασφαλίζει μια ξεχωριστή οικονομική και κοινωνική ζωή. Πρόκειται για σκανδαλώδη και προκλητική διάκριση που αρκετές φορές δεν ανταποκρίνεται στην προσφερόμενη ποιότητα υπηρεσιών.

Επιπρόσθετα, υψίστης σημασίας είναι και η αναθεώρηση της κατανομής των κονδυλίων για διάφορες δράσεις που συνιστούν πλέον περιττή πολυτέλεια, λόγω της γενικής οικονομικής δυσπραγίας. Έτσι, πρέπει να αναθεωρηθεί, για παράδειγμα η παροχή οικονομικών ενισχύσεων υπό μορφή εκατομμυρίων ευρώ για υποστήριξη «πολυτελών» προγραμμάτων σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις για εξεζητημένες δραστηριότητες, τη στιγμή που όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες γίνεται έντονη συζήτηση για τη μείωση ή όχι, του φόρου του πετρελαίου θέρμανσης ή της μεταφοράς μαθητών ή της ανακούφισης των ανέργων κ.ο.κ.

Η μεταρρύθμιση και μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και η επιστροφή σε μια Ένωση, όπως την ονειρεύτηκαν οι εμπνευστές της, συνιστούν αδιαμφισβήτητη απαίτηση των καιρών. Ας μετατραπεί η κρίση σε μια αφορμή για αναδιάταξη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Η ευκαιρία είναι τώρα και είναι εδώ για να την αδράξουμε! Αν η ευκαιρία αυτή μείνει ανεκμετάλλευτη, ουδείς πρέπει να εκπλήσσεται για την άνοδο των ευρωσκεπτικιστών.

Πηγή: www.news.gr

H θεωρία των «μπαταξήδων»

Με αφορμή το ζήτημα της επικείμενης πλέον άρσης των πλειστηριασμών, η κρατούσα πολιτική τάξη έχει επιδοθεί σε μια προσπάθεια προσδιορισμού του περιεχομένου του κρίσιμου όρου “οικονομικά αδύναμος”. Με τον όρο αυτό, η Πολιτεία προσπαθεί να προσδιορίσει εκείνη την κατηγορία των Πολιτών που υποτίθεται ότι πρόκειται να προστατεύσει, με την άρση των πλειστηριασμών. Έτσι, έχει αρχίσει η σχετική σπέκουλα περί των “μπαταξήδων”, ήτοι των κακόπιστων οφειλετών των τραπεζών. Δηλαδή, αυτών των δανειοληπτών που υποτίθεται ότι διαθέτουν χρήματα, αλλά εκμεταλλευόμενοι τη συγκυρία δεν πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους στις τράπεζες. Με άλλα λόγια, η Πολιτεία αντιστρέφει το ζήτημα και θεωρεί υποχρέωσή της να προστατεύσει τις τράπεζες από τους αφερέγγυους δανειολήπτες, στους οποίους οι ίδιες χορήγησαν (προφανώς υποχρεούμενες!) στεγαστικά ή άλλα δάνεια, έχοντας προηγουμένως τεκμηριώσει τη φερεγγυότητά τους! Για τον τρόπο που χορηγήθηκαν τα δάνεια, έχουμε γράψει σε προηγούμενη άποψη. 

Ο τρόπος και η έμφαση που γίνεται η επίκληση των κακόπιστων οφειλετών, παραπέμπει στην άποψη ότι, οι μπαταξήδες συνιστούν την πλειονότητα των οφειλετών των τραπεζών. Από τη σπέκουλα που έχει ήδη αρχίσει, προκύπτει ότι, η κρατούσα πολιτική τάξη έχει δυσκολία να προσδιορίσει την έννοια του “οικονομικά αδύναμου” και για το λόγο αυτό καταφεύγει στη χρήση απαξιωτικών χαρακτηρισμών. Πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε ότι, η άποψη ότι το 60-70% των Ελλήνων είναι μπαταξήδες, είναι μια επικίνδυνη θεώρηση και προφανώς ρίχνει νερό στο μύλο της τρόϊκα. Στη συνέχεια, στην κατηγορία των αδυνατούντων να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, δεν ανήκουν μόνο οι άνεργοι συμπολίτες μας, αλλά και όσοι έχουν ακόμα δουλειά και προς πληροφόρηση των αρμοδίων, όλοι αυτοί δεν είναι μπαταξήδες. 

Είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, όταν το οικογενειακό εισόδημα μειώθηκε κατά 50% τουλάχιστον, είτε επειδή ένας από τους δυο συζύγους δεν έχει πια δουλειά, είτε επειδή ο μισθός μειώθηκε (και μειώθηκε) κατά το ανωτέρω ποσοστό, η μέση ελληνική οικογένεια προφανώς αδυνατεί αντικειμενικά να εκπληρώσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της στοιχειώδους συντήρησής της, την πληρωμή των δεκάδων άμεσων και έμμεσων φόρων, τις έκτακτες εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών και τη δόση του δανείου που έλαβε σε ανύποπτο χρόνο και υπό διαφορετικές συνθήκες.

Η αναφορά στους μπαταξήδες συνιστά απόπειρα μετακύλισης στις πλάτες των Πολιτών, ευθυνών που δεν τους ανήκουν, ενώ η υπεύθυνη γι’ αυτές πολιτική τάξη συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με την ίδια αντικοινωνική αναποτελεσματικότητα, ουσιαστικώς εκτελώντας τις απαιτήσεις των εκπροσώπων των δανειστών. Από μια στοιχειώδη γνώση του τρόπου λειτουργίας του δανειστικού και του σχετικού εξοφλητικού μηχανισμού, μπορεί κάποιος να κατανοήσει τους κινδύνους για το σύνολο της περιουσίας του δανειολήπτη, αν αυτός αποπειραθεί να χρησιμοποιήσει την οικονομική κρίση για να αποφύγει την αποπληρωμή του δανείου του.

Οι όποιοι λίγοι μπαταξήδες δεν είναι οι συνεπείς, μέσοι και νοικοκυραίοι συμπολίτες μας, αλλά βρίσκονταν στην αυλή των πολιτικών κι οι περισσότεροι απ’ αυτούς ανήκουν στην κατηγορία των φίλων της πολιτικής τάξης που με την υποστήριξή της λάμβαναν θαλασσοδάνεια από τις τράπεζες που τώρα αποφεύγουν να πληρώσουν.

Αντί, λοιπόν, να διατυπώνονται θεωρίες περί “μπαταξηδισμού”, ας προταθούν ορθολογικοί και βιώσιμοι τρόποι και μηχανισμοί, ώστε και οι Πολίτες να μπορούν να πληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, αλλά και οι τράπεζες να μη γεμίσουν άχρηστα ακίνητα που δεν θα ξέρουν τι να τα κάνουν.

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο ... Λένιν!

Η ιδιοκτησία αποτελούσε επί δεκαετίες για την ελληνική κοινωνία, τον ασφαλή τόπο εναπόθεσης της αποταμίευσης του προϊόντος του μόχθου της οικογένειας. Οι γονείς θεωρούσαν ως περίπου υποχρέωση να διασφαλίζουν τα παιδιά τους μ' ένα σπίτι, ένα οικόπεδο ή ένα χωράφι, έτσι «για νάχουν κάτι στη ζωή τους». Η απόκτηση ενός «κεραμιδιού» συνιστούσε βασικό οριοθέσιο για τον Έλληνα και δεν είναι τυχαίο ότι, πάνω απ' το εβδομήντα τοις εκατό των συμπολιτών μας έχουν έστω και μια μικρή ιδιοκτησία. «Ουδείς ζημιώθηκε αγοράζοντας γη», θυμάμαι το παλιό απόφθεγμα. Τι ειρωνεία και απογοήτευση!

Τα τελευταία χρόνια η ιδιοκτησία μεταβλήθηκε σε εφιάλτη. Υφίσταται απηνή φορολογικό διωγμό, συνδέθηκε παράνομα με το καθολικό δικαίωμα του καταναλωτή να έχει ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ ο πραγματικός προβληματισμός των αρμοδίων ήταν πόσο περισσότερος φόρος θα επιβληθεί πάνω σ' αυτήν. Το δήθεν έκτακτο και προσωρινό χαράτσι, έγινε πια μόνιμος υπερφόρος και η κρατούσα πολιτική τάξη (που κατά δήλωσή της δεν πιστεύει στο μαρξισμό-λενινισμό), μοιάζει να εκδικείται όσους από τους συμπολίτες μας εμφανίζουν διαχρονικά σημεία προκοπής στη ζωή τους. Δηλαδή, όλους σχεδόν τους Έλληνες που δούλεψαν μια ζωή και που αντί να προτιμήσουν το χρηματιστηριακό «τζόγο», αγόρασαν γη.

Η τελευταία πρόταση για τον τρόπο και το ύψος του φόρου των ακινήτων δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη δήμευση, ενώ διαπνέεται από μια νοοτροπία τιμωρητικού χαρακτήρα. Αν δεν πρόκειται για «ταξικό μίσος» (;) όψιμων νεο-φιλελεύθερων, σίγουρα είναι απόπειρα βίαιης μεταβολής της διαχρονικής νοοτροπίας μιας ολόκληρης κοινωνίας. Εννοείται ότι και το ακίνητο πρέπει να φορολογείται. Σ' όλες τις χώρες της Δύσης υπάρχει φορολογία πάνω στο ακίνητο. Αυτή, όμως, είναι αναλογική και εύλογη. Με απλά λόγια, υπάρχει διακριτή διαφορά μεταξύ φορολόγησης και «τελικής λύσης» εξόντωσης του ιδιοκτήτη.

Δεν θα σταθούμε στις αντισυνταγματικές πτυχές του ζητήματος, ούτε στις τεχνικές του ατέλειες, ούτε στις επιπτώσεις τους στην κτηματαγορά. Τι σημασία, άραγε, έχουν όλα αυτά; Το πρόβλημα είναι η βαθειά πολιτική και ηθική καθίζηση, όλων όσων επινοούν και εφαρμόζουν τέτοια μέτρα που τελικά θα πλήξουν τους συνεπείς φορολογούμενους, με τη νοοτροπία «επιβάλλω διπλάσιους φόρους, για να εισπράξω τα μισά».

Η ελευθερία και η ιδιοκτησία αποτελούν τα θεμέλια της ανοικτής φιλελεύθερης κοινωνίας. Όποιοι εμπνεύστηκαν τέτοια μέτρα δεν είναι ούτε φιλελευθέροι ούτε ελεύθεροι. Στυγνοί γραφειοκράτες και λογιστικοφρονούντες είναι. Ολετήρες της μεσαίας τάξης και συντελεστές της αποσύνθεσής της.

Η υπέρμετρη φορολογία της ιδιοκτησίας δεν ανήκει στην κατηγορία των δράσεων για την κατάργηση κάποιων προνομίων μιας συντεχνίας ή ενός μικρού αριθμού δήθεν προνομιούχων εργαζομένων. Συνιστά ξερίζωμα μιας ολόκληρης κοινωνίας, απόπειρα «σοβιετοποίησης» μεσούντος του 2013! Η ακίνητη περιουσία δεν αποτελεί δημοσιονομικό βάρος για το κράτος και δεν μετέχει στους επιβαρυντικούς παράγοντες της κρίσης, αφού διαχρονικά υπήρξε για όλες τις κυβερνήσεις το εύκολο φορολογικό υποζύγιο.

Οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να λάβουν ξεκάθαρες θέσεις, ώστε να κριθούν ανάλογα από τους Πολίτες, όταν έλθει η ώρα. Για πόσο χρόνο και σε ποιό βαθμό αποδέχονται την επιβολή ενός τέτοιου επαχθέστατου φόρου; Οι Πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν.

FacebookTwitterRSS