Main menu

Καλημέρα, κ. Σόϊμπλε!

Η επίσκεψη του γερμανού υπουργού οικονομικών, την πραγματική σκοπιμότητα της οποίας με δυσκολία κατανοούμε, όπως άλλωστε γράψαμε και σε προηγούμενη ανάρτησή μας, φέρνει στο μυαλό μας ορισμένα ζητήματα που είναι μάλλον χρήσιμα για τις νεότερες γενιές των Ελλήνων Πολιτών. Πρώτα απ’ όλα, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι, τα κορυφαία λάθη και η πολύχρονη απραξία και κακή πολιτική διαχείριση εκ μέρους της εγχώριας πολιτικής τάξης, είχαν ως σωρευτικό αποτέλεσμα τη σημερινή μας κατάντια. Εμείς δεν ρίχνουμε την ευθύνη στους ξένους. Ωστόσο, απ’ αυτό μέχρι τη συστηματική απαξιωτική και απαράδεκτη προσβολή της εθνικής και ατομικής μας αξιοπρέπειας εκ μέρους κατευθυνόμενων μέσων, κυρίως της πατρίδας του κ. Σόϊμπλε, υπάρχει, νομίζουμε τεράστια διαφορά. Δεν είμαστε συλλήβδην, ούτε τεμπέληδες, ούτε διεφθαρμένοι. Είμαστε εργατικοί, δημιουργικοί, παραγωγικοί (και μάλιστα αρκετά πιο πάνω από το μέσο ευρωπαϊκό όρο) και υπερήφανοι και οι παραπάνω ιδιότητες βρίσκονται στο εθνικό μας DNA. Έχουμε, επίσης, γνώση των πατρογονικών μας μειονεκτημάτων και προσπαθούμε να τα διορθώνουμε. Άλλωστε, η αυτογνωσία είναι αρετή που «εφευρέθηκε» και ίσχυσε σ’ αυτό τον τόπο. Βέβαια, άλλοτε τα καταφέρνουμε, άλλοτε όχι. 

Για τη γενιά των πατέρων ή των παππούδων μας, ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος κράτησε 10 χρόνια, ενώ για όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, έληξε ουσιαστικά το 1944. Η Χώρα μας απέκρουσε άλλοτε με σχετική κι άλλοτε με απόλυτη επιτυχία και τους τρεις ολοκληρωτισμούς του 19ου και 20ου αιώνα. Θυμίζουμε ότι χύθηκε πολύ ελληνικό αίμα κατά τη διάρκεια των χρόνων αυτών. Στη δεκαετία 1940-49, η Χώρα διαλύθηκε, ο Λαός της εξοντώθηκε, οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της καταστράφηκαν, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη είχε ήδη αρχίσει η ανασυγκρότηση και σε ορισμένες χώρες βρισκόταν ήδη προς το τέλος της. Καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν μπήκε σε διαδικασία εμφυλίου πολέμου. Ζουν ακόμα οι συμπολίτες μας που έζησαν την κατοχή ή σύρθηκαν στα κρεματόρια του Άουσβιτς.

Κύριε Σόϊμπλε,

Όσο κι αν αυτό ακούγεται στα αυτιά σας περίεργο, έχουμε μονομερές δικαίωμα στην ευημερία. Έχουμε δικαίωμα να έχουμε κι ένα και περισσότερα σπίτια και αυτοκίνητα και δεν θα πάρουμε την έγκρισή σας γι'αυτό. Ουδείς νομιμοποιείται, είτε να μας ψέγει, είτε να υπαινίσσεται ότι θα μας τα πάρει, ιδίως όταν επί πολλά χρόνια η δική μας κατανάλωση έτρεφε τους δικούς σας βιομηχάνους και εργαζομένους

Τα αγαθά της ατομικής και εθνικής μας ευημερίας είναι και θα παραμείνουν δικά μας. Αν υπήρξαν ή υπάρχουν άχρηστοι ντόπιοι πολιτικοί που δεν μπόρεσαν ή δεν μπορούν να διαχειριστούν σωστά την κατάσταση, είναι δικό μας πρόβλημα και θα το διαχειριστούμε, όπως πρέπει. Όπως θα τακτοποιήσουμε και τα του οίκου μας, δίχως άχρηστες και πολυτελείς Τρόϊκες και Task Force.

Μην τολμήσει, όμως, ο κάθε «καϊζερικός» συνδρομικός να αμφισβητήσει την υπόστασή μας και να προσβάλει την αξιοπρέπειά μας. Ως εδώ! Εσείς, καθώς είστε ένα παιδί του κομματικού σας σωλήνα, προφανώς δεν νομιμοποιείστε να «βάζετε χέρι» στο δικό μας εισόδημα και στα όνειρα των δικών μας νέων γενεών. Εμείς βλέπουμε μπροστά και οραματιζόμαστε, χωρίς την άδειά σας, την Πατρίδα της μεταμνημονιακής εποχής.

 

Η ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών, ένα ουσιαστικό εθνικό όραμα Ανάπτυξης

Η χρήση των ανανεώσιμων πηγών για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας συνιστά ένα από τους κύριους πυλώνες της Ανάπτυξης, τουλάχιστον όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Ωστόσο, εκτός από τη συμβολή της στην εν γένει οικονομική Ανάπτυξη της Χώρας, η χρήση των ΑΠΕ μπορεί να αποτελέσει και παράγοντα απόλυτης τεκμηρίωσης της εμπέδωσης της εθνικής μας κυριαρχίας στον ευαίσθητο χώρο των νησιών μας, εν όψει και της δηλούμενης ανακήρυξης της ΑΟΖ. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Τα τελευταία χρόνια, έχει αρχίσει η συζήτηση και ο σχεδιασμός για τη συνολική ενεργειακή διασύνδεση των νησιών μας με το ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα της Χώρας. Πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή, έχουν ληφθεί, ανά τμήματα διασύνδεσης, τόσο από δημόσιους, όσο και από ιδιωτικούς φορείς. Η εκμετάλλευση του πλούσιου δυναμικού των ΑΠΕ στα νησιά μας μπορεί, να εξασφαλίσει την ενεργειακή τους επάρκεια, να προστατεύσει το περιβάλλον, να διακινήσει καθαρή ενέργεια σ’ ολόκληρο το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα και να μειώσει κατά πάρα πολλά εκατομμύρια ευρώ το βάρος του καταναλωτή που προκαλείται από τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας που πληρώνονται σήμερα. Επιπρόσθετα, όμως, η συνολική διασύνδεση των νησιών με το ελληνικό σύστημα θα συμπληρώσει και τεκμηριώσει την (δεδομένη) απόλυτη εθνική κυριαρχία και στην τελευταία βραχονησίδα, στη βάση του διεθνούς δικαίου, αφού αυτή θα είναι, όπου κι αν βρίσκεται οικονομικά άμεσα συνδεδεμένη με τον ηπειρωτικό της χώρο. Η οικονομική κρίση έχει προσωρινά αναστείλει την περαιτέρω πρόοδο των παραπάνω δράσεων, αλλά η Πολιτεία οφείλει να βρει άμεσα τρόπους για τη διασφάλιση της υλοποίησης του τεράστιας εθνικής, από κάθε άποψη, σημασίας αυτού έργου. Επειδή διάφοροι πολιτικοί σήμερα διαγκωνίζονται και “πλασσάρονται” ως “ούλτρα” πατριώτες, χωρίς όμως να προσδιορίζουν το ουσιαστικό περιεχόμενο του “πατριωτισμού” τους και επειδή ο ουσιαστικός και πραγματικός πατριωτισμός διέπεται από ομόκεντρους κύκλους δυναμικής, ιδού η Ρόδος (διασυνδεδεμένη όμως!), ιδού και το  … λαμπρό πεδίο δράσης, για όσους πιστεύουν ότι βρίσκονται στον πυρήνα των παραπάνω κύκλων, να υποστηρίξουν θερμά την υλοποίηση των σημαντικών εθνικών αυτών δράσεων. Πάντως, εμείς θα το διεκδικήσουμε με δύναμη. Αυτά προς το παρόν και θα επανέλθουμε σύντομα.

 

Εθνικό Κτηματολόγιο: Δεν αρκεί η αναγκαία μετάβαση από το «πρόσωπο» στο «πράγμα»

Τα τελευταία χρόνια η έννοια και η διαδικασία της κτηματογράφησης μπήκαν για τα καλά στις ζωές μας, και μάλιστα με καθυστέρηση που δεν άρμοζε σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Το ερώτημα είναι αν η εξοικείωσή μας με αυτό το εγχείρημα εξαντλείται στη διεκπεραίωση της αναγκαίας -και αναμφίβολα επώδυνης- γραφειοκρατίας ή συνοδεύεται από την κατανόηση της έκτασης και του διακυβεύματός του.

Μέχρι στιγμής, τη δημοσιότητα στο εμπράγματο καθεστώς των ακινήτων ικανοποιούσαν τα τηρούμενα στα κατά τόπους Υποθηκοφυλακεία βιβλία μεταγραφών. Το μειονέκτημά τους προφανές: αφετηρία της εγγραφής δεν ήταν το ακίνητο, αλλά το πρόσωπο. Όποιος είχε κληθεί να ερευνήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς ενός ακινήτου που εμφάνιζε ενδιαφέρον για τις συναλλαγές, όφειλε να θεμελιώσει την έρευνα με έλεγχο στις μερίδες όλων εκείνων των προσώπων που φέρονταν να εμπλέκονται. Η διαδικασία «διαχρονικής παρακολούθησης» της τύχης του ακινήτου συχνά κοπιώδης, τα στοιχεία διάσπαρτα και τα αποτελέσματα ορισμένες φορές επισφαλή. 

Το Κτηματολόγιο αντιστρέφει τη μεθοδολογία: αφετηρία είναι πλέον το ακίνητο, όχι μόνο ως νομική, αλλά κυρίως ως συναλλακτική μονάδα. Όλες οι καταχωρίσεις αφορούν πλέον την «εμπράγματη μερίδα» του ακινήτου, που γίνεται πλέον ο «συναλλακτικός καθρέφτης» του. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς το αμάχητο τεκμήριο δημόσιας πίστης, δηλαδή τη δέσμευση όλων των συναλλασσομένων από το περιεχόμενο των καταχωρίσεων στο Κτηματολόγιο, προκύπτει εύκολα το συμπέρασμα ότι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και της εμπιστοσύνης στις συναλλαγές είναι ήδη προδιαγεγραμμένη.

Λύνει άραγε αυτή η προοπτική το πρόβλημα της δημοσιότητας στην Ελλάδα; Εν μέρει ναι, όταν και εφόσον ολοκληρωθεί για το σύνολο της χώρας. Η κοινωνική της αποστολή όμως θα παραμείνει ατελής, αν δεν συνδεθεί με τη θεραπεία της μεγάλης παθογένειας που ταλανίζει την ελληνική Δημόσια Διοίκηση και διαιωνίζει τη γραφειοκρατία: την έλλειψη διασύνδεσης των στοιχείων του διοικουμένου μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει το Κτηματολόγιο να παραμείνει απλός μηχανισμός εμπράγματης δημοσιότητας, αλλά η μηχανογραφημένη υποδομή του να παράσχει το αναγκαίο υπόβαθρο πρόσβασης όλων των Δημόσιων Αρχών στα στοιχεία του: ΔΟΥ, Πολεοδομίες, Δασικές Υπηρεσίες και οποιοσδήποτε δημόσιος άλλος δημόσιος φορέας έχει υλική αρμοδιότητα με συνάφεια προς τις καταχωρίσεις πρέπει να μπορεί να επωφεληθεί από το πληροφοριακό «κεκτημένο» του Κτηματολογίου με απώτερο στόχο να αποτελέσει αυτό τη βάση για την ίδρυση Εθνικού Περιουσιολογίου. Η ρύθμιση με τρόπο συμβατό προς το γράμμα και το σκοπό της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων είναι ζήτημα απλής βούλησης. Τα οφέλη αντιθέτως θα είναι πολλαπλά. Όχι μόνο στην αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και στη διευκόλυνση του πολίτη, σε ένα Κράτος που μέχρι σήμερα θεωρεί λογικό καθεμιά επιμέρους Υπηρεσία του να ζητάει τα ίδια στοιχεία από το ίδιο πρόσωπο.

Και αν τα παραπάνω φαντάζουν αυτονόητα, τίποτε στην Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιο… Μόνο όμως με αυτές τις προϋποθέσεις θα αποδώσει αληθινούς καρπούς η πολυετής προσπάθεια.

 

 

 

 

Περιβαλλοντική νομοθεσία: Μήπως ήρθε η ώρα της «κωδικοποίησης»;

Συχνά-και ορθώς τις περισσότερες φορές-προβαίνουμε σε δύο πικρές διαπιστώσεις:

-«Νόμοι υπάρχουν, αλλά δεν εφαρμόζονται» 

-«Και να ήθελε κάποιος να τηρήσει τον νόμο, δεν ξέρει πώς να τον βρει, ποιος ισχύει, πότε θα αλλάξει, πώς εφαρμόζεται από την πρακτική της Διοίκησης κλπ».

Και αν η πρώτη παρατήρηση στιγματίζει την έλλειψη πολιτικής βούλησης ή την αδυναμία των ελεγκτικών μηχανισμών, η δεύτερη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ποιότητα της νομοθετικής λειτουργίας. Η πολυνομία, η έλλειψη συστηματικής διάρθρωσης και η νομοθέτηση χωρίς χρονική προοπτική αποτελούν διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής έννομης τάξης, σε αντίστροφη αναλογία με το υψηλό επιστημονικό επίπεδο στους κόλπους της ελληνικής νομικής κοινότητας.

Επαληθεύεται το συμπέρασμα αυτό στον επιμέρους τομέα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας υπό ευρεία έννοια; Το βέβαιο είναι ότι δεν διαψεύδεται, ακόμη και αν η σχετική ύλη είναι πρόσφατη, προέκυψε μετά δηλαδή την αναγνώριση του περιβάλλοντος ως προστατευόμενου έννομου αγαθού και την ανάγκη ρύθμισης όλου του «κεκτημένου» που το συνοδεύει (χωροταξικός, πολεοδομικός και οικοδομικός σχεδιασμός, ενεργειακή πολιτική, ζητήματα ειδικής οικολογικής προστασίας κλπ). Ήδη η πληθώρα των πηγών αυτού του δικαίου (διεθνής, ενωσιακή και εγχώρια) και η παντελής έλλειψη συστηματικής ενότητάς τους αποτρέπει τον εφαρμοστή του δικαίου από τη γνώση τους, την ασφαλή ερμηνεία τους και, κατ’ επέκτασιν, την υλοποίηση των επιταγών τους. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς το τεχνικό αντικείμενό τους, οι ρυθμίσεις πολλές φορές καθίστανται απρόσιτες.

«Ιστορίες δικηγορικής τρέλας» θα σκεφθεί κανείς … Λάθος! Το πρόβλημα είναι ότι ερμηνευτής και εφαρμοστής του δικαίου, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών, οφείλει να είναι κάθε πολίτης, και όχι μόνον οι εμπλεκόμενες επαγγελματικές ομάδες, ιδιαίτερα σε ζητήματα τα οποία συνδέονται άμεσα με βασικές βιοτικές δραστηριότητες. Δεν είναι μόνο θέμα συνείδησης που εξασφαλίζει την αναγκαία προστασία. Είναι προτεραιότητα που επιδρά άμεσα στην επενδυτική ασφάλεια, στην αναπτυξιακή σταθερότητα και στην κοινωνική ειρήνη.

Δεν ισχυρίζεται βέβαια κανείς ότι πρέπει οι νόμοι να μεταπέσουν σε «αφηγήματα». Για την ακρίβεια, δεν χρειάζεται ίσως καν να μεταβληθεί επί της ουσίας το περιεχόμενό τους. Αντιθέτως, κρίνεται αναγκαία μια γενναία και ευρεία κωδικοποίηση των συναφών ρυθμίσεων περιβαλλοντικής φύσης (ίσως κατά τα πρότυπα και με την ενσωμάτωση του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας), με θεραπεία των επικαλύψεων, διευκρίνιση των ζητημάτων που η εφαρμογή ανέδειξε ως αμφιλεγόμενα, ενσωμάτωση των πορισμάτων της νομολογίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων και, κυρίως, διαμόρφωση «επιχειρηματικά φιλικών» Κεφαλαίων που θα ρυθμίζουν με λιτότητα και ευκρίνεια τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες αδειοδότησης σε ζητήματα «περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος».

Ίσως το εγχείρημα ενός «Περιβαλλοντικού Κώδικα» με προοπτική χρονικής σταθερότητας να μην είναι απλή κοινοτοπία, αλλά πραγματική ανάγκη. Η πρώτη ύλη υπάρχει. Απαιτείται η πολιτική βούληση. Το ζήτημα δεν είναι νομικό, αλλά βαθιά πολιτικό. 

 

Επιτέλους, ας σκεφτεί κάποιος και μας!

Τελικά, το πρόβλημα στα σίγουρα δεν ήταν η ΕΡΤ και αποτελεί σοβαρό πολιτικό παράπτωμα που δεν τιμά καθόλου την πολιτική τάξη, να «κρύβεται», πίσω από τις, έστω και προσωρινές, αποφάσεις της Δικαιοσύνης, αντί να παίρνει τις ευθύνες εξουσίας που της αναλογούν, για την ανάληψη των οποίων άλλωστε και ψηφίζεται. Άλλωστε, δουλειά της Δικαιοσύνης δεν είναι, ούτε να παίρνει πολιτικές αποφάσεις, ούτε να χαράζει την κυβερνητική πολιτική. Στην προκείμενη περίπτωση, η πολιτική ένταση των τελευταίων ημερών έχει βαθύτερα αίτια και κακώς το όλο ζήτημα εστιάζεται στη δημόσια τηλεόραση, «βγάζοντας» έτσι μια απύθμενη υποκρισία.

Ας εξετάσουμε, όμως, πρώτα τα ελαφρυντικά. Πριν από ένα χρόνο, η Χώρα δοκίμασε μια πολιτική εμπειρία, μοναδική μετά τη μεταπολίτευση. Το σχηματισμό μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και ενός κυβερνητικού σχήματος που απαρτίσθηκε από τρία κόμματα, με διαφορετική πολιτική προέλευση, προσανατολισμό και ιδεολογικό υπόβαθρο. Στην πολιτική ιστορία της Χώρας θα μείνει γνωστή, ως η πρώτη ουσιαστική συγκυβέρνηση. Πολλοί ήταν οι Πολίτες που είχαν επιφυλάξεις για το νέο αυτό πείραμα, σ’ άλλους η κατάσταση αυτή δεν άρεσε καθόλου, ούτε ως ιδέα, ενώ οι περισσότεροι φάνηκαν ενθουσιασμένοι με τη διαμορφωθείσα νέα κατάσταση. Η συνολική κοινωνία, όμως, αλλά και οι πολιτικοί δεν είχαν συνηθίσει με αυτού του είδους την πολιτική κουλτούρα. Ωστόσο, οι Πολίτες που ψήφισαν δυο φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα (Μάιο και Ιούνιο 2012), αποφάσισαν να μη δώσουν σε κανένα πολιτικό σχηματισμό την αυτοδυναμία για τη διακυβέρνηση της Χώρας.

Έτσι, εκόντες άκοντες, οι αρχηγοί τριών κομμάτων αναγκάσθηκαν να προσχωρήσουν σε μια συνεργασία. Η πλειοψηφία αυτή, παρότι ήταν μόνο κοινοβουλευτική, φάνηκε ότι είχε τις προϋποθέσεις να οδηγήσει τη Χώρα έξω από το τούνελ του οικονομικού αδιεξόδου που είχε οδηγηθεί τα τελευταία χρόνια (το πόσα τελευταία χρόνια θα αποτυπωθεί από την οικονομική ιστορία μας, σε μια λογική χρονική προοπτική). Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι, η συγκυβέρνηση προχώρησε σε τολμηρά μέτρα, αντίθετα μάλιστα απ’ αυτά που τα κόμματά της εξήγγειλαν προεκλογικά. Οι Πολίτες συνέχισαν να υποφέρουν, αλλά δόθηκε η εντύπωση ότι, κάποιο φως φαίνεται στην άκρη του τούνελ και, το σημαντικότερο, ότι υπάρχει πλέον η άκρη! Έμοιαζε να μπαίνει μια κάποια (οδυνηρή) τάξη στο διαλυμένο κράτος, ενώ κάποιοι δείκτες βελτιώθηκαν. Έστω και επιφανειακά, η διεθνής θέση της Χώρας πήρε το δρόμο της αναβάθμισης, ενώ σταματήσαμε να είμαστε καθημερινά οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας ή το έθνος των διεφθαρμένων.  Ο διεθνής παράγοντας είχε πλέον άλλα, πιο σημαντικά, ζητήματα ν’ ασχοληθεί.

Ξαφνικά, τον τελευταίο καιρό, γίναμε μάρτυρες αρχικά μιας λεκτικής ανατροπής της συγκυβερνητικής ισορροπίας που, όμως, άρχισε να γίνεται πράξη με αρχή το περίφημο “αντιρατσιστικό” νομοσχέδιο. Η ένταση στις σχέσεις των κυβερνητικών εταίρων κορυφώθηκε με τα “ΕΡΤικά”. Επί της ουσίας του θέματος δεν θα ασχοληθούμε, επειδή, όπως προείπαμε, θεωρούμε ότι, η απόφαση για το κλείσιμο της ΕΡΤ αποτέλεσε μόνο την αφορμή για την ένταση που δημιουργήθηκε, ενώ της δόθηκε μεγαλύτερη ίσως σημασία απ’ αυτή που της αναλογεί. Είναι φανερό ότι, τα αίτια είναι αλλού. Ίσως στη δημοσκοπική ανασφάλεια των μικρότερων κομμάτων της συγκυβέρνησης, ίσως στην επιθυμία (και φιλοδοξία) των αρχηγών τους να παίξουν πλέον πιο ενεργό ρόλο, στο πλαίσιο ενός καθυστερούμενου ανασχηματισμού, ίσως στην αίσθηση (οψίμως βέβαια) που είχαν ότι τους ανήκει μεγαλύτερο μερίδιο στην άσκηση της εξουσίας, ίσως γιατί είδαν ότι, η συμμετοχή τους στην κυβέρνηση οδηγούσε σε ενδυνάμωση του πρωθυπουργού, ενώ αυτοί έχαναν πολιτικό έδαφος, ίσως πολλά άλλα, πάντως όχι το αντιρατσιστικό ή τα “ΕΡΤικά”. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι διαπιστώθηκε, επίσης οψίμως, μη ορθή λειτουργία της κυβέρνησης!

Σε ποιες διαπιστώσεις θα μπορούσε να καταλήξει ο Πολίτης, αναφορικά με το πείραμα του τελευταίου χρόνου; Όχι και σε τόσο αισιόδοξες! Οι περίφημες μεταρρυθμίσεις (και οι ιδιωτικοποιήσεις) δεν προχώρησαν, οι πολιτικοί μας, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, συνεχίσουν να είναι κρατιστές, η σταθερότητα της πολιτικής κατάστασης (το σημαντικότερο επίτευγμα του τελευταίου χρόνου) μοιάζει να ανατρέπεται, η αντιπολίτευση σ’ όλο της το εύρος, δεν αποτελεί ασφαλή εναλλακτική λύση, αλλά απλά ονειρεύεται την εξουσία, ως αόριστη και αφηρημένη έννοια κι όλοι μαζί στρώνουν το έδαφος για ένα νέο … “Παπαδήμο”. 

Συμπέρασμα: Είναι μάλλον επιτακτική η ανάγκη οι ηγέτες της συγκυβέρνησης να ανατάξουν τις σκέψεις τους και την τακτική τους και να επιδείξουν άμεσα ωριμότητα και αυτοσυγκράτηση. Αλλιώς, η Χώρα θα αργήσει πολύ να βρει το δρόμο της Ανάπτυξης. Ωστόσο, το ερώτημα είναι: Για μας τους φορολογούμενους Πολίτες, ποιος θα φροντίσει;

FacebookTwitterRSS